Ο πιο σίγουρος τρόπος να λήξει
ο πόλεμος είναι να ηττηθείς
 
 

Άλλο έγινε τη μέρα που γιορτάζουμε…

25 Μαρτίου 2020

Το ημερολόγιο του 1821 σημειώνει σαν σήμερα 25 Μαρτίου το εξής. Διεξάγεται κοντά στο χωριό Βουνάρια της Πύλου μάχη ανάμεσα σε επαναστάτες και οθωμανούς Τούρκους. Επικρατούν οι επαναστάτες. Αξιοσημείωτο γεγονός, παρ’ ότι το «επίσημο» ημερολόγιο σημειώνει άλλο. Πώς και γιατί ίσως γίνει αντιληπτό εν συνεχεία.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρξε, αφ’ ενός, συνέπεια της ωρίμανσης αντικειμενικών συνθηκών, μέσα σε ένα περιβάλλον ενοποιητικών θεσμών (αυτοδιοίκησης, κατώτερου κλήρου). Αφ’ ότου κατακτήθηκε από τους Τούρκους και
το τελευταίο μεγάλο κομμάτι ελλαδικής γης το 1715, ο τόπος που πατάμε, η Πελοπόννησος, ήταν αναπόφευκτο
να τεθεί ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας

Από τη στιγμή που η φορολογία συνέκλινε στη δεκάτη, ο παράς και η οκά μετρούσαν σε όλο τον ελλαδικό χώρο και οι έμποροι της Φιλική Εταιρείας, οι αστοί και οι καραβοκυραίοι απαιτούσαν από την οθωμανική διοίκηση τον δικό τους οικονομικό χώρο, η ελληνική μοίρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν προδιαγεγραμμένη. Καθώς, ανάλογη αποβαίνει η μοίρα της νεώτερης Ελλάδας, με την κατάργηση των δασμών και την επιβολή κοινού νομίσματος και δικαίου στον ευρωπαϊκό χώρο.

Αφ’ ετέρου, ο επαναστατικός αγώνας που γέννησε το ελληνικό κράτος ήταν συνέχεια και κορύφωση μιας μακράς, συχνά κοινωνικής αντίστασης των ανθρώπων που ζούσαν σ’ αυτόν τον τόπο (που δεν ήσαν μόνο ή δεν ήσαν ακόμα Έλληνες) και που το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα δέχθηκαν, μέσω του ελληνικού διαφωτισμού, την επίδραση των επαναστατικών ιδεών της εποχής, δημιουργώντας παράλληλα στην Ευρώπη το λεγόμενο φιλελληνικό ρεύμα

Τα γεγονότα είναι γνωστά, η Επανάσταση του ’21 πέτυχε, ύστερα από εννιάχρονο και αδυσώπητο αγώνα, να πραγματοποιήσει, έστω μερικώς, τον σκοπό της, τη δημιουργία ενός υποτυπώδους κράτους. Στοίχισε όμως βαρύτατα. Οκτακόσιες χιλιάδες ψυχές χάθηκαν στα πεδία των μαχών, τους διωγμούς και τις σφαγές στις επαναστατημένες περιοχές, από τις εμφύλιες έριδες, την πείνα και τις κακουχίες.

Σημειωτέον, αν και δεν έχει ακριβώς ερευνηθεί, ότι από τις 750.000 των πρώτων απελεύθερων κατοίκων αυτού του τόπου, υπέρ το 40% δεν ήσαν χριστιανοί ορθόδοξοι. Το πώς το πολύψυχο αυτό «έθνος» εξελίχθη μονοσήμαντα σε χριστιανικό ορθόδοξο, ίσως γίνει και αυτό αντιληπτό εν συνεχεία.

Για ένα μισερό κράτος;

Σ’ εκείνο το ξαφνικό άνοιγμα της ιστορίας, άνθρωποι και καταστάσεις λειτούργησαν με ένταση και σπουδή, ως να επρόκειτο για δυνάμεις της φύσης. Το άμεσο, φυσικό κενό, της οθωμανικής εξουσίας, έπρεπε πάση θυσία να καλυφθεί. Αν πράγματι ο αγώνας ήταν για ένα ελεύθερο κράτος, το κράτος αυτό όφειλε να κάνει κάπως αισθητή την παρουσία του. Να «μαζέψει» τον ξεσηκωμένο κόσμο, να βρει στρατεύματα και εφόδια, να σταθεί σαν τέτοιο. Πώς όμως ένας προεστός σαν τον συμπατριώτη μας Κανέλλο Δεληγιάννη να ανεχθεί τον κλονισμό ή και την άρση των δεδομένων σχέσεων εξουσίας;

Ίσαμε τον καιρό του Κανέλλου, ο χρόνος κυλούσε αργά και σταθερά στον υποταγμένο ελλαδικό χώρο. Ώσπου εμφανίστηκαν οι κλέφτες. Ο κλέφτης, αυτή η ασύλληπτη μορφή, δεν έμοιαζε με κανέναν, ούτε με τους ακρίτες. Ο κλέφτης δεν φυλούσε άκρα, αλλά τα βουνά γύρω μας. Και όχι για λογαριασμό άλλου, αλλά για τον εαυτό του. Ίσαμε το ’21, ο κλέφτης θεωρούσε υπέρτατη αξία την προσωπική του τιμή, βγαλμένη από μια αγέρωχη και συχνά βάναυση στάση ζωής. Με τον κλέφτη η ελληνική ιστορία παύει να έχει αριστοκρατικές πλευρές. Η ιστορική συνείδηση του λαού, όπως αποτυπώνεται στο δημοτικό τραγούδι, μετακινείται από τους παλιούς σε νέους άρχοντες*, που συχνά είναι …του σχοινιού και του παλουκιού.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και οι άλλοι πρόκριτοι, κοσμικοί και κληρικοί, ξέρουν καλά πως χωρίς την οργή και την ορμή των κλεφτών, λυτρωμός του τόπου δεν γίνεται. Το σχοινί όμως έπρεπε να μαζευτεί και το παλούκι να στραφεί σ’ έναν και μόνο στόχο, στο μάτι του Τούρκου. Ο αγών ήταν υπέρ πάντων, όπως είναι παντού και πάντοτε κάθε τέτοιος Αγώνας, με άλφα κεφαλαίο, από τον λυτρωμό ίσαμε τον αφανισμό. Ανέλαβε η «πολιτική».

Η ακατανόητη όμως πλευρά της νεώτερης ελληνικής ιστορίας δεν είναι οι «πολιτικές» εμφύλιες συγκρούσεις. Είναι πως οι πολιτικές και οι ιδεολογίες και τα κοινωνικά συμφέροντα που αντιπροσώπευαν δεν συγκρούσθηκαν ποτέ ευθέως και δεν συζητήθηκαν καθαρά και ξάστερα, ώστε να υπάρξουν και καθαρές εξελίξεις.

Και το δυστυχές μέρος τής Ελληνικής Επανάστασης δεν είναι η σύγκρουση των κοτζαμπάσηδων, των δεσποτάδων, των καραβοκυραίων με τους κλεφτοκαπεταναίους ή όποιους άλλους. Η δυστυχία, η ειρωνεία της Επανάστασης του ’21 είναι πως με το τέλος της κανένας από τους συγκρουσθέντες δεν βρέθηκε στην εξουσία! Ο λυτρωτικός ερχομός του Καποδίστρια ακολουθείται στην ιστορία μας από το άγος της δολοφονίας του.

Σε κάθε δε νέα επαναστατική απόπειρα, εν τέλει αναδύονταν οι πολιτικοί επίγονοι των κοτσαμπάσηδων και οι δεσποτάδες. Οι προοδευτικοί αστοί και οι «εθνικόφρονες» εφοπλιστές είναι δυσεύρετο ελληνικό είδος. Όπως,
αν είμαστε του χρόνου καλά, δεν θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση οι άμεσα ενδιαφερόμενοι…

Στην αντοχή των κοτσαμπάσηδων και των δεσποτάδων ασκηθήκαμε δεόντως. Μέρες που είναι, μένει να ασκηθούμε στην αντοχή, στη δίψα για ζωή και για δίκιο των κλεφτών του ’21, που:

Ο ένας στον άλλο έλεγαν κι ο ένας στον άλλο λέει…
Ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια.
Να πάμε να φυλάξουμε στης Τρίχας το γιοφύρι,
που θα περνάει ο βόιβοντας με τους αλυσωμένους.
Να κόψουμε τους άλυσους…

* Η παράγραφος αυτή έως τον αστερίσκο είναι μεταγραφή από τον «Κανέλλο Δεληγιάννη» του Κωστή Παπαγιώργη.

ΤΡ.
ΣΧΟΛΙΑ
Το σχόλιό σας...

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν δημοσιεύεται.