Ο πιο σίγουρος τρόπος να λήξει
ο πόλεμος είναι να ηττηθείς
 
 

Κανάγιες!

21 Ιουλίου 2020

Γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896 και άφησε τα επίγεια με τον τρόπο του σαν σήμερα το 1928 στην Πρέβεζα. Από το τελευταίο του ποίημα, η πρώτη στροφή και ένας ακόμα στίχος (ακολουθεί η «Κάθαρσις»):

Ὅταν κατέβουμε τή σκάλα τί θά ποῦμε / στούς ἴσκιους πού θά μᾶς ὑποδεχτοῦνε / αὐστηροί, γνώριμοι, ἀόριστοι φίλοι / μ’ ἕνα χαμόγελο στ’ ἀνύπαρκτά τους χείλη;
Τουλάχιστον δωπέρα εἴμαστε μόνοι…

Βέβαια. Ἔπρεπε νά σκύψω μπροστά στόν ἕνα καί χαϊδεύοντας ἡδονικά τό μαῦρο σεβιότ, πάφ, πάφ, πάφ, πάφ. «Έχετε λίγη σκόνη», νά εἴπω, «κύριε Ἄλφα».

Ὕστερα ἔπρεπε νά περιμένω στή γωνιά και ὅταν ἀντίκριζα τήν κοιλιά τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ θά ’χα ἐπί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τά αἰσθήματα καί τό σφυγμό της, νά σκύψω ἄλλη μία φορά καί νά ψιθυρίσω ἐμπιστευτικά. «Ὤχ, αὐτός ὁ Ἄλφα, κύριε Βήτα…».

Ἔπρεπε πίσω ἀπό τά γυαλιά τοῦ Γάμμα, νά καραδοκῶ τήν ἱλαρή ματιά του. Ἄν μου τήν ἐχάριζε, νά ξεδιπλώσω τό καλύτερο χαμόγελό μου καί νά τή δεχθῶ ὅπως σέ μανδύα ἰππότου ἕνα βασιλικό βρέφος. Ἄν ὅμως ἀργοῦσε, νά σκύψω γιά τρίτη φορά γεμάτος συντριβή καί ν’ ἀρθρώσω. «Δοῦλος σας, κύριέ μου».

Ἀλλά πρῶτα - πρῶτα ἔπρεπε νά μείνω στή σπεῖρα τοῦ Δέλτα. Ἐκεῖ ἡ λῃστεία γινόταν ὑπό λαμπρούς, διεθνεῖς οἰωνούς, μέσα σέ πολυτελῆ γραφεῖα. Στήν ἀρχή δέν θά ὑπῆρχα. Κρυμμένος πίσω ἀπό τόν κοντόπαχο τμημα­τάρχη μου, θά ὀσφραινόμουν. Θά εἶχα τρόπους λεπτούς, ἀέρινους. Θά ἐμάθαινα τή συνθηματική τους γλῶσσα. Ἡ ψαῦσις τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τῆς χωρίστρας θά ἐσήμαινε «πεντακόσιες χιλιάδες». Ἕνα ἐπίμονο τίναγμα τῆς στάχτης τοῦ πούρου θά ἔλεγε «σύμφωνος». Θά ἐκέρδιζα τήν ἐμπιστοσύνη ὅλων. Καί, μία μέρα, ἀκουμπώντας στό κρύσταλλο τοῦ τραπεζιοῦ μου, θά ἔγραφα ἐγώ τήν ἀπάντηση. «Ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός μας, κύριε Εἰσαγγελεῦ…».

Ἔπρεπε νά σκύψω, νά σκύψω, νά σκύψω. Τόσο πού ἡ μύτη μου νά ἑνωθεῖ μέ τή φτέρνα μου. Ἔτσι βολικά κουλουριασμένος, νά κυλῶ καί νά φθάσω. Κανάγιες!

Τό ψωμί τῆς ἐξορίας μέ τρέφει. Κουροῦνες χτυποῦν τά τζάμια τῆς κάμαράς μου. Καί σέ βασανισμένα στήθη χωρικῶν βλέπω νά δυναμώνει ἡ πνοή πού θά σᾶς σαρώσει.

Σήμερα ἐπῆρα τά κλειδιά κι ἀνέβηκα στό ἑνετικό φρούριο. Ἐπέρασα τρεῖς πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, μέ ριγμένες ἐπάλξεις. Ὅταν βρέθηκα μέσα στόν ἐσωτερικό, τρίτο κύκλο, ἔχασα τά ἴχνη σας. Κοιτάζοντας ἀπό τίς πολεμίστριες, χαμηλά, τή θάλασσα, τήν πεδιάδα, τά βουνά, ἔνιωθα τόν ἑαυτό μου ἀσφαλῆ.

Ἐμπήκα σ’ ἐρειπωμένους στρατῶνες, σέ κρύπτες ὅπου εἶχαν φυτρώσει συκιές καί ροδιές. Ἐφώναζα στήν ἐρημία. Ἐπερπάτησα ὁλόκληρες ὧρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Ἀγκάθια κι ἀέρας δυνατός κολλοῦσαν στά ροῦχα μου. Μέ ἧβρε ἡ νύχτα…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Κάθαρσις
ΣΧΟΛΙA 2
  1. Το σημείωμα που άφησε…

    Εἶναι καιρός νά φανερώσω τήν τραγωδία μου. Τό μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρή φαντασία καί ἡ προσπάθειά μου νά πληροφορηθῶ γιά ὅλες τίς συγκινήσεις, χωρίς τίς περσότερες, νά μπορῶ νά τίς αἰσθανθῶ. Τή χυδαία ὅμως πράξη πού μου ἀποδίδεται τή μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τήν ἰδεατή ἀτμόσφαιρά της, τήν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιά τό ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τό παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.

    Εἶχα τόν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καί τόν κίνδυνο πού ἦρθε τόν δέχομαι μέ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιά ὅσους, καθώς ἐγώ, δέν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικό στή ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἤ εθεώρησαν τήν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρίς οὐσία. Τούς βλέπω νά ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζί μέ τούς αἰῶνες. Σ’ αὐτούς ἀπευθύνομαι.

    Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τίς χαρές! εἶμαι ἕτοιμος γιά ἕναν ἀτιμωτικό θάνατο. Λυποῦμαι τούς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τά ἀδέλφια μου. Ἀλλά φεύγω μέ τό μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.

    Σᾶς παρακαλῶ νά τηλεγραφήσετε, γιά νά προδιαθέσει τήν οἰκογένειά μου, στό θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας.

    Υ.Γ. Καί γιά ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νά μήν ἐπιχειρήσουνε ποτέ νά αὐτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπί δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μέ τά κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλά κάθε τόσο, χωρίς νά καταλάβω πώς, τό στόμα μου ἀνέβαινε στήν ἐπιφάνεια. Ὁρισμένως, κάποτε, ὅταν μου δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θά γράψω τίς ἐντυπώσεις ἑνός πνιγμένου.

    1. Μόνο ένας ποιητής που δεν ξεχωρίζει την ποίηση («το καταφύγιο που φθονούμε», όπως λέει σ’ ένα ποίημά του) από τη ζωή μπορεί να συνδυάσει το τραγικό (στο κυρίως σώμα τού σημειώματος) με το περιπαικτικό ύφος τού υστερογράφου. Αν θυμάμαι καλά και ο Καβάφης έχει αφήσει ένα περιπαικτικό σημείωμα, αναφερόμενος στη «σοβαρότητα» τών γύρω του. «Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ», νομίζω ότι λέει. Έτσι ίσως κατόρθωσε να μην προηγηθεί ως ιδανικός αυτόχειρ…

Το σχόλιό σας...

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν δημοσιεύεται.

Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά…

Θα μπορούσε να είναι και σύνθημα, απαίτηση τού καιρού μας, αλλά είναι μια ολόκληρη ιστορία… Δύο περίπου χρόνια μετά τη λήξη τού Εμφυλίου Πολέμου και ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας είχε │ Βλ. ανάρτηση…