Ο πιο σίγουρος τρόπος να λήξει
ο πόλεμος είναι να ηττηθείς
 
 

† Ένας Τριπολιτσιώτης

27 Ιουλίου 2019

Έφυγε πρόσφατα από τη ζωή ο κινηματογραφιστής Σταύρος Τσιώλης (Τρίπολη 6 Οκτωβρίου 1937 - Αθήνα 23 Ιουλίου 2019). Μοναδικός στο στυλ και στα εκφραστικά του μέσα, ο Έλληνας σκηνοθέτης μάς κληροδότησε σπουδαίες ταινίες, όπως τα «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε» και «Ας περιμένουν οι γυναίκες», αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, με πιστούς θαυμαστές, που επιστρέφουν διαρκώς στο έργο του. «…Διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσαν». Πόσο ποιητική, φιλοσοφική και ταυτόχρονα λαϊκά θυμοσοφική είναι αυτή η φράση από το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», το καλτ αριστούργημα του Σταύρου Τσιώλη, που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών. Άλλωστε ο Ελληνας κινηματογραφιστής, στις καλύτερες στιγμές του, κινούνταν πάντα στο μεταίχμιο: βαθιά λαϊκός στα μέσα και στο περιεχόμενό του, μαζί όμως με τη λεπτή ειρωνεία στο ύφος, που θα ταίριαζε σε αριστοκράτη.

Ο περισσότερος κόσμος γνώρισε και αγάπησε τον Τσιώλη με τις γλυκόπικρες κωμωδίες που δημιούργησε τη δεκαετία του 1990 – την τριλογία των «Γυναικών», τον «Ερωτα στη Χουρμαδιά», τον «Χαμένο θησαυρό του Χουρσίτ Πασά». Λιγότεροι ωστόσο θυμούνται πως η καριέρα του ξεκίνησε με νουάρ και αστυνομικά όπως τα «Πανικός (1960), «Ζούγκλα των πόλεων» (1970) και βέβαια το εμπορικά επιτυχημένο «Κατάχρησις εξουσίας» με τον Νίκο Κούρκουλο, σε παραγωγή του Φίνου.

Η απόσυρση των 15 χρόνων που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο περιόδους προετοίμασε τη μεγάλη στροφή σε όσα εξέφραζαν καλύτερα το πραγματικό πνεύμα του Τσιώλη. Η ρομαντική, αναρχική ματιά του βρήκε διάφορες διόδους και όργανα προκειμένου να εκφραστεί: αισθητικά μάς έδωσε ένα σινεμά πολύχρωμο γεμάτο βουνά (κυρίως από τον γενέθλιο τόπο του, την Πελοπόννησο), θάλασσες, φύση και βέβαια ανθρώπους όλων των ειδών, από χωριάτες και Τσιγγάνους μέχρι σνομπ αστούς και πολιτικούς, συχνά παιγμένους από ερασιτέχνες ηθοποιούς, με μια απόλυτα καλτ αμηχανία. Το κιτς και η υπερβολή ήταν για εκείνον απλώς άλλο ένα στοιχείο ποικιλίας και ομορφιάς.

Το ίδιο δημιουργικό χάος και στη μουσική· άλλη ταινία ξεκινάει με το «Yesterday» των Beatles («Ακατανίκητοι εραστές») και άλλη με πρόγραμμα… πανηγυριού («Φτάσαμεε!»), με τα τραγούδια να αποτελούν σχεδόν πάντα βασικό κομμάτι κι όχι απλώς επένδυση του συνόλου. Και μετά, υπάρχουν οι αξέχαστοι χαρακτήρες. Ο «Παπαρρηγόπουλος του Π.Α.Σ.Ο.Κ.» του Σάκη Μπουλά και ουσιαστικά οποιοσδήποτε ρόλος έχει ερμηνευτεί από τον Αργύρη Μπακιρτζή, για τον οποίο ο Τσιώλης έχει δηλώσει πως «δεν πέταξα ποτέ πλάνο του».

Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Γυρισμένο το 1998, το συγκεκριμένο φιλμ είναι πολύ περισσότερα από μια «καλοκαιρινή μακεδονική κωμωδία», όπως παιγνιωδώς αναφέρεται στους τίτλους αρχής. Μέσα σε σκάρτη μιάμιση ώρα ο Τσιώλης καταφέρνει εκεί να σκιαγραφήσει τη νεοελληνική ταυτότητα, με όλο τον σουρεαλισμό, τα καλά και τα άσχημά της. Ζουγανέλης, Μπακιρτζής και Μπουλάς δίνουν κανονικό ρεσιτάλ, με τη μια αξέχαστη ατάκα να διαδέχεται την άλλη και τον σημερινό θεατή να μένει με το στόμα ανοιχτό από το επίκαιρο, πολλές φορές και προφητικό, των όσων διαμείβονται. Αυτό δηλαδή όταν δεν κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια σε σκηνές σαν εκείνη με τα βρεγμένα δεκαχίλιαρα στην πισίνα του Porto Carras.

Τον χειμώνα που μας πέρασε ο Σταύρος Τσιώλης ολοκλήρωσε την τριλογία των «Γυναικών» με το «Γυναίκες που περάσατε από εδώ», ενώ, όπως είχε δηλώσει, είχε ήδη έτοιμο το σενάριο και για την επόμενη ταινία. Δυστυχώς δεν θα τη γυρίσει ποτέ, όμως οι ιστορίες, οι ήρωες, τα φάσματα και οι μουσικές του θα είναι πάντα μαζί μας.

Εφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 82 ετών, ο κινηματογραφιστής Σταύρος Τσιώλης. Μοναδικός στο στυλ και στα εκφραστικά του μέσα, ο Ελληνας σκηνοθέτης μάς κληροδότησε σπουδαίες ταινίες, όπως τα «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε» και «Ας περιμένουν οι γυναίκες», αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου και αποκτώντας πιστούς θαυμαστές, οι οποίοι επιστρέφουν διαρκώς στο έργο του.

«…Διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσαν». Πόσο ποιητική, φιλοσοφική και ταυτόχρονα λαϊκά θυμοσοφική είναι αυτή η φράση από το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», το καλτ αριστούργημα του Σταύρου Τσιώλη, που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών. Αλλωστε ο Ελληνας κινηματογραφιστής, στις καλύτερες στιγμές του, κινούνταν πάντα στο μεταίχμιο: βαθιά λαϊκός στα μέσα και στο περιεχόμενό του, μαζί όμως με τη λεπτή ειρωνεία στο ύφος, που θα ταίριαζε σε αριστοκράτη.

Ο περισσότερος κόσμος γνώρισε και αγάπησε τον Τσιώλη με τις γλυκόπικρες κωμωδίες που δημιούργησε τη δεκαετία του 1990 – την τριλογία των «Γυναικών», τον «Ερωτα στη Χουρμαδιά», τον «Χαμένο θησαυρό του Χουρσίτ Πασά». Λιγότεροι ωστόσο θυμούνται πως η καριέρα του ξεκίνησε με νουάρ και αστυνομικά όπως τα «Πανικός (1960), «Ζούγκλα των πόλεων» (1970) και βέβαια το εμπορικά επιτυχημένο «Κατάχρησις εξουσίας» με τον Νίκο Κούρκουλο, σε παραγωγή του Φίνου.

Η απόσυρση των 15 χρόνων που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο περιόδους προετοίμασε τη μεγάλη στροφή σε όσα εξέφραζαν καλύτερα το πραγματικό πνεύμα του Τσιώλη. Η ρομαντική, αναρχική ματιά του βρήκε διάφορες διόδους και όργανα προκειμένου να εκφραστεί: αισθητικά μάς έδωσε ένα σινεμά πολύχρωμο γεμάτο βουνά (κυρίως από τον γενέθλιο τόπο του, την Πελοπόννησο), θάλασσες, φύση και βέβαια ανθρώπους όλων των ειδών, από χωριάτες και Τσιγγάνους μέχρι σνομπ αστούς και πολιτικούς, συχνά παιγμένους από ερασιτέχνες ηθοποιούς, με μια απόλυτα καλτ αμηχανία. Το κιτς και η υπερβολή ήταν για εκείνον απλώς άλλο ένα στοιχείο ποικιλίας και ομορφιάς.

Το ίδιο δημιουργικό χάος και στη μουσική· άλλη ταινία ξεκινάει με το «Yesterday» των Beatles («Ακατανίκητοι εραστές») και άλλη με πρόγραμμα… πανηγυριού («Φτάσαμεε!»), με τα τραγούδια να αποτελούν σχεδόν πάντα βασικό κομμάτι κι όχι απλώς επένδυση του συνόλου. Και μετά, υπάρχουν οι αξέχαστοι χαρακτήρες. Ο «Παπαρρηγόπουλος του Π.Α.Σ.Ο.Κ.» του Σάκη Μπουλά και ουσιαστικά οποιοσδήποτε ρόλος έχει ερμηνευτεί από τον Αργύρη Μπακιρτζή, για τον οποίο ο Τσιώλης έχει δηλώσει πως «δεν πέταξα ποτέ πλάνο του».

Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Γυρισμένο το 1998, το συγκεκριμένο φιλμ είναι πολύ περισσότερα από μια «καλοκαιρινή μακεδονική κωμωδία», όπως παιγνιωδώς αναφέρεται στους τίτλους αρχής. Μέσα σε σκάρτη μιάμιση ώρα ο Τσιώλης καταφέρνει εκεί να σκιαγραφήσει τη νεοελληνική ταυτότητα, με όλο τον σουρεαλισμό, τα καλά και τα άσχημά της. Ζουγανέλης, Μπακιρτζής και Μπουλάς δίνουν κανονικό ρεσιτάλ, με τη μια αξέχαστη ατάκα να διαδέχεται την άλλη και τον σημερινό θεατή να μένει με το στόμα ανοιχτό από το επίκαιρο, πολλές φορές και προφητικό, των όσων διαμείβονται. Αυτό δηλαδή όταν δεν κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια σε σκηνές σαν εκείνη με τα βρεγμένα δεκαχίλιαρα στην πισίνα του Porto Carras.

Τον χειμώνα που μας πέρασε ο Σταύρος Τσιώλης ολοκλήρωσε την τριλογία των «Γυναικών» με το «Γυναίκες που περάσατε από εδώ», ενώ, όπως είχε δηλώσει, είχε ήδη έτοιμο το σενάριο και για την επόμενη ταινία. Δυστυχώς δεν θα τη γυρίσει ποτέ, όμως οι ιστορίες, οι ήρωες, τα φάσματα και οι μουσικές του θα είναι πάντα μαζί μας.

Πηγή Kathimerini.gr, 24.07.2019
ΣΧΟΛΙΑ
Το σχόλιό σας...

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν δημοσιεύεται.

Ένα χρόνο ύστερα…

Θα περιμένατε ασφαλώς να μιλήσουμε για τον έναν χρόνο τής δεξιάς στην κυβέρνηση. Ίσως το κάνουμε παρεμπιπτόντως… Αν μάς επιτρέπετε, θα μιλήσουμε μια φορά για την «ιστιοσανίδα» μας τον Τριπολίτη, που │ Βλ. ανάρτηση…